like

like
.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΛΟΙΠΟΝ

                        Τα «χρόνια πολλά» του πρέσβη



Τα Χριστούγεννα θεωρούνται παραδοσιακά  μία καλή ευκαιρία για να στοχασθεί κανείς πάνω  στο μυστήριο αυτού που οι άνθρωποι ονομάζουν «ο χρόνος». Πού ξέρεις, όλο και κάτι ωραίο θα βρεις, όλο και κάτι θα θυμηθείς…   

Σχεδόν παιδιάστικη ήταν, λοιπόν, η χαρά που ένοιωσα ανατρέχοντας στα βάθη των παλιών, κιτρινισμένων από τον καπνό ντοσιέ μου, εξετάζοντας και ξεφυλλίζοντας με τεμπέλικη ηδύτητα, αυτό που κάθε φιλότιμος συντάκτης αποκαλεί μισό σεμνά - μισό περήφανα, «αρχείο του». Συγκλονιστικές φωτογραφίες από διεθνή πρακτορεία, εντυπωσιακοί τίτλοι, μικρές διεθνείς ειδήσεις, πρόσωπα της χρονιάς, αφιερώματα, σημειώσεις με μολύβι, κομμένα τετρασέλιδα από περιοδικά, συνεντεύξεις, άνθρωποι.

Πέραν της χαράς και έκπληξης που διαχρονικά προκαλεί η διαπίστωση πως το ταπεινό σου αρχείο έχει αποκτήσει έναν αξιοπρεπή όγκο, στην πραγματικότητα αυτή τη φορά γνώριζα καλά τι έψαχνα – και τελικώς το βρήκα, στην τελευταία σελίδα του τρίτου ντοσιέ:  

Ξαναδιάβαζα, αργά-αργά, καθισμένος οκλαδόν στο πάτωμα, τον «Αποχαιρετισμό στην Ελλάδα»*, μία επιστολή που είχε συζητηθεί – θυμάμαι - αρκετά στον εγχώριο Τύπο, όταν είχε δημοσιευθεί, πρίν από τέσσερα ακριβώς χρόνια, παραμονές Πρωτοχρονιάς: ήταν η αποχαιρετιστήρια επιστολή του τότε Βρετανού πρέσβη, Σάιμον Γκας, ο οποίος μαζί με την σύζυγό του εγκατέλειπαν την Αθήνα, «μετά από οκτώ ευτυχισμένα χρόνια», καθώς είχε ήδη έτοιμες τις βαλίτσες του για τον επόμενο σταθμό της διπλωματικής  του καριέρας. 

«
Αλλες χώρες μπορούν να σε κάνουν να ανακαλύψεις έθιμα, παραδόσεις ή τοπία. Η Ελλάδα σου προσφέρει ένα  πιο σκληρό δώρο: να ανακαλύψεις τον εαυτό σου
», άρχιζε την επιστολή του ο Γκας, υιοθετώντας την παλαιά ρήση του Βρετανού συγγραφέα, Λώρενς Ντάρελ.  Ο Γκας, πολυταξιδεμένος και εγγράμματος διπλωμάτης καριέρας, με την επιστολή του προς τις κυριακάτικες εφημερίδες της χώρας ήθελε να στείλει τον δικό του, προσωπικό αποχαιρετισμό προς την Ελλάδα και τους ανθρώπους της – ιδίως αυτούς.

«Οι ζουλού λένε πως οι άνθρωποι είναι άνθρωποι μέσα από άλλους ανθρώπους…  Η Ελλάδα δεν θα σήμαινε τόσα πολλά για εμάς, αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε εδώ» αναφέρει, κάνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στην «γιαγιά που μας φίλεψε ροδάκινα απ’ το καλάθι της όταν χάλασε το αυτοκίνητο της παρέας μας, στη Θεσσαλία» ή στον «ταξιτζή που όταν ο γιος μου έκανε εμετό μέσα στο αμάξι του, εκείνος ρωτούσε ανήσυχος εάν είναι καλά το παιδί» ή, τέλος, «στους προσωπικούς δεσμούς, την αληθινή φιλία, το ταλέντο και το πάθος των Ελλήνων για δημιουργία και ελευθερία του λόγου…».

«Η Ελλάδα ήταν καλή μαζί μας. Μας χάρισε τον πρώτο μας γιο, που γεννήθηκε εδώ πριν από 23 χρόνια… Μας χάρισε πολλούς φίλους. Μας χάρισε πολλές στιγμές ευτυχίας. Και ποτέ, μα ποτέ δεν μας άφησε να πλήξουμε».

Τέτοια είναι η θέρμη με την οποία θυμάται την Ελλάδα ο Βρετανός διπλωμάτης, ώστε μας αποχαιρετά ως εξής :

«Η Μαριάν και εγώ αισθανόμαστε τεράστια τρυφερότητα, ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για μια χώρα που μας φέρθηκε τόσο καλά. Οπωσδήποτε θα ξαναέλθουμε…». 

Λίγες γραμμές πιο πάνω, ο Γκας παραθέτει από την «Ιθάκη» του Καβάφη:

«
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένες πρωτοϊδωμένους
»

-  μα, δεν θα είναι Ελλάδα (…).  
 
*ολόκληρη η επιστολή, εδώ:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_9_28/12/2008_297484
                                                                             
                              «Η αγάπη χρηστεύεται»

 

Οι περαστικοί στην Αχαρνών ήταν τυλιγμένοι στα μπουφάν τους και περπάταγαν βιαστικά, προσπαθώντας να φυλαχθούν από το τσουχτερό κρύο και τις μικρές μα παγωμένες ψιχάλες, που έπεφταν εδώ και λίγο, καθώς το απόγευμα έδινε βιαίως την θέση του στη νύχτα, κι εγώ, με τους κλασικούς μου ελιγμούς ανάμεσα στα αυτοκίνητα έμπαινα τελικώς στον περίβολο της εκκλησίας για να συναντήσω τον πατέρα Ιωάννη.

«Σε εμάς, στην πολυκατοικία, δεν έχουν ανοίξει τα καλοριφέρ, και δεν θα τα ανοίξουν καθόλου, λένε», μου ανακοίνωσε - με εκείνη την παράξενη αγνότητα στο βλέμμα του – ο ιερέας, με τον οποίον, από καιρού εις καιρόν, μιλάμε και ανταλλάσσουμε φιλοσοφικές και θεολογικές απόψεις και θέσεις. «Ένα ζευγάρι έχει δυο μωρά, νεογέννητα, και ο πατέρας τους προ ημερών ήλθε στα χέρια με τον διαχειριστή …», πρόσθεσε, με μάτια απορημένα και τρομοκρατημένα συνάμα, πάντοτε υγρά από την σκληρότητα του κόσμου γύρω του.

Έχει έναν τρόπο να σε κοιτά, βαθιά μες τα μάτια, σαν να αντικρύζει  ή να ακούει το κάθε τι για πρώτη φορά στη ζωή του, σαν να περνά κάθε στιγμή, την ευγενική δοκιμασία του να προσδίδει αγνότητα και «παρθενία» στα πάντα γύρω του. «Τι θα έκανε ο Χριστός μας σε μια τέτοια κατάσταση – πάντοτε αυτό να διερωτάσαι και θα έχεις την απάντηση», μου υπενθυμίζει κάθε φορά, πιάνοντάς μου σταθερά τον ώμο, ελάχιστα προτού, με μια πάντα ζωηρή, αλέγκρα μεταβολή κατευθυνθεί με χαρά προς το ημι-υπόγειο, πνευματικό και κατηχητικό κέντρο του Ναού.

Εκείνη την ημέρα, μονάχα ένα πράγμα είχα στο νου μου ως θέμα συζήτησης, από το προηγούμενο κιόλας βράδυ: την «παραβολή του Λαζάρου», και το ουσιαστικό της δίδαγμα, ιδίως στις δύσκολες ημέρες που διανύουμε, με τους ανθρώπους συχνά να χάνουν την ελπίδα τους και να αντικρύζουν το χάος: στην μικρή – όπως όλες οι παραβολές - ιστορία, ο Λάζαρος είναι ένας πάμφτωχος, ρακένδυτος ζητιάνος, ο οποίος κάθε ημέρα επιζητεί καρτερικά την ελεημοσύνη του «πλουσίου». Ο πλούσιος δεν είναι κακός άνθρωπος – αντιθέτως: είναι καλός και συνετός οικογενειάρχης, τυπικός με τα θρησκευτικά και νομικά του καθήκοντα, ένας «νοικοκύρης», όπως θα λέγαμε σήμερα. Ωστόσο, ακριβώς αυτή του η πλήρης αδιαφορία για τον πλησίον του, τον Λάζαρο, είναι το μεγάλο αμάρτημά του, με αποτέλεσμα να χάσει την βασιλεία των ουρανών και την αιώνια λύτρωση της ψυχής του.

«Η αγάπη χρηστεύεται…», μου υπενθύμισε ο Ιωάννης τον περί αγάπης στίχο του Αποστόλου Παύλου.  «Όταν ο άνθρωπος αγαπά, τότε βοηθά, συντρέχει, σπεύδει, σκουπίζει, μαγειρεύει μια σουπίτσα για τον άρρωστο, στέκεται στην ουρά, κουβαλά τα ψώνια, γίνεται χρήσιμος με δυο λόγια… Γίνεται ο ίδιος αγάπη».  



                                    Χριστούγεννα


Δεν είμαι βέβαιος εάν η δική μου προδιάθεση και όσα κουβαλούσα μέσα μου προκάλεσαν τον κάπως αδιάκριτο συνειρμό μου ή αν όντως ανέγνωσα ορθώς την θλίψη στο πρόσωπο της νέας μητέρας - λίγο πριν τα 30.  Κοιτούσε για ώρα την στολισμένη, λαμπερή βιτρίνα με τα παιδικά ρούχα. Όταν την είδα να φέρνει τον δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού της χεριου στα δόντια της και να σκύβει το κεφάλι, κάνοντας ευγενικά χώρο στην διπλανή μαμά με τα δύο κοριτσάκια για να μπούνε στο κατάστημα, σαν να διέκρινα την σιωπηλή οδύνη της, την πικρία της για το ότι – πιθανότατα - τα συγκεκριμένα ρούχα ήταν μάλλον απλησίαστα για τις δυνατότητές της. Την είδα να κοντοστέκεται και να βουρκώνει, αρχίζοντας να περπατά αργά, βυθισμένη στις σκέψεις της. 

Ζούμε σε μια σκληρή εποχή – και συχνά, παράξενη. Αλλά, σε τέτοιες εποχές είναι που δίδουμε στα πράγματα την ουσιαστική τους αξία, δεν είναι; και σε τέτοιες εποχές χρειαζόμασθε όσο τίποτε άλλο τα Χριστουγέννα.

Είναι, βλέπετε, η εποχή όπου μετρούμε, σαν αμείλικτη ετήσια συγκομιδή, τους φίλους μας, πόσους έχουμε κοντά μας, και ρητώς ή αρρήτως, την οικογένειά μας. Το πόσο μεγάλη, δεμένη και αγαπημένη είναι. Ή πόσο ψυχραμένη και απομακρυσμένη. Στις διαλυμένες οικογένειες έρχεται μοιραία ο νους μου τις ημέρες των Χριστουγέννων, και τις συντροφεύει. Αυτές συλλογούμαι και σε αυτές εύχομαι το πνεύμα των Χριστουγέννων να τις φέρει πιο κοντά…

 Άλλωστε, εάν το σκεφθούμε, οι γονείς μας τι άλλο είναι παρά μια μεγάλη κιβωτός της αλήθειας μας, που είτε είμαστε κοντά τους είτε όχι, και παρά τις αναποδιές και τις περιπέτειες της ζωής, τους κουβαλούμε διαρκώς μέσα μας, μέχρι το τέλος…

Ένα συγκινητικό, πολύτιμο βιβλίο ανέσυρα από την βιβλιοθήκη μου, αυτές τις ημέρες: «Το βιβλίο της μητέρας μου», του γενννημένου στην Κέρκυρα Εβραίου συγγραφέα, Αλμπέρ Κοέν.

Ο συγγραφέας, κατά σύμπτωση, είχε και εκείνος σημαντική διπλωματική  διαδρομή, επιδεικνύοντας σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το Λονδίνο όπου είχε κατορθώσει να διαφύγει, ενώ λίγα χρόνια αργότερα του ανετέθη η εκπόνηση της Διεθνούς Συμφωνίας της 16ης Οκτωβρίου για τους πρόσφυγες.     

Γραμμένο στα 1954, ολόκληρο το βιβλίο (εκδ. Καστανιώτη, 1994) αποτελεί μία εκ βαθέων εξομολόγηση, μία αληθινή υμνολογία του συγγραφέα προς το πρόσωπο της νεκρής μητέρας του, την οποία ενθυμείται  στις πιο απλές, καθημερινές της στιγμές, πάντα με την αχλή της, άδολης και στοργικής, βιβλικής θα έλεγες,  αγάπης της μάνας προς τον μονάκριβο γιο της.

«Κάπου-κάπου πήγαινε στην κουζίνα και με τα χεράκια της, στα οποία έλαμπε μια μεγαλόπρεπη βέρα, ανακάτευε επιδέξια και χαριτωμένα με την ξύλινη κουτάλα της τους κεφτέδες, που σιγόβραζαν στη ρόδινη σάλτσα. Τα παχουλά χεράκια της με τη λεπτή επιδερμίδα – που της τα παίνευα λίγο υποκριτικά και με πολλή αγάπη, γιατί με γοήτευε η απλοϊκή της ευχαρίστηση. Ήταν τόσο επιδέξια στην κουζίνα και τόσο αδέξια σε όλα τα άλλα. Μα στην κουζίνα της, όπου διατηρούσε την κομψότητα μιας περήφανης γηραιάς κυρίας, τι περίφημος και αποφασιστικός καπετάνιος που ήταν! Τα απλοϊκά χτυπήματα της μητέρας μου στην κουζίνα, σοφά χτυπήματα, τρυφερά και χαριτωμένα, χωρίς λόγο, ανώφελα, γεμάτα αγάπη και ικανοποίηση, που εκφράζανε την ψυχική της αγαλλίαση καθώς έβλεπε ότι όλα πήγαιναν καλά, ότι οι κεφτέδες της είναι τέλειοι και ότι θα άρεσαν στους δύο ανικανοποίητους, ω σοφά και απλοϊκά χτυπήματα της μητέρας μου, που ολομόναχη χαμογελούσε διακριτικά στην κουζίνα της, ανεπιτήδευτα χαριτωμένη και σεμνή, ιδού το μεγαλείο της μητέρας μου», γράφει ο Κοέν, σε ένα καταιγισμό από συναισθήματα αγάπης και ενθύμησης της μητέρας του.

Εάν ήταν ποτέ δυνατόν να μπορούσε να με ακούσει η νεαρή μητέρα που σας προανέφερα, εκείνη η γλυκιά και γεμάτη ζωή μάνα που περιεργαζόταν λυπημένη την ακριβή βιτρίνα της Πατησίων,  μονάχα αυτό θα ήθελα να θυμάται αυτές τις ημέρες : πως η αγάπη είναι ο μεγαλύτερος πλούτος. Κλείνω τα μάτια και την βλέπω να πιάνει από τους ώμους το παιδί της και να του λέει με γελαστά μάτια: «Μπορεί να μην έχουμε τώρα τα χρήματα για να πάρουμε δώρα, αλλά κοίτα, έχουμε ο ένας την αγάπη του άλλου,  το νοιάξιμο και την αγωνία του ενός για τον άλλο, την ανάσα μας και την αγκαλιά μας, και αυτός είναι ο πιο μεγάλος, ο πιο ακριβός πλούτος στον κόσμο».

«Ο καλύτερος τρόπος για να δεις τον Θεό είναι με δάκρυα στα μάτια», μου είχε εκμυστηρευθεί κάποτε, βουρκωμένος, ο πάτερ-Ιωάννης.

Τέλος, θα μπορούσαμε να κλείσουμε το χριστουγεννιάτικο κομμάτι μας, χωρίς αναφορά στα περιώνυμα… καλλικαντζαράκια των Χριστουγέννων…; Α, όλα κι όλα, Χριστούγεννα χωρίς καλλικαντζαράκια δεν γίνονται («Χρωστούγεννα» τα λένε στη γλώσσα τους).


Γεια σου, Αμαλία


Χριστούγεννα, λοιπόν!




Καλά να τα περάσετε, με αυτούς που αγαπάτε,
theio Spyro