like

like
.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013


                                      ΕΡΩΤΑΣ Ή ΤΙΠΟΤΑ






«Μπορείς να μην είσαι ρομαντικός με το μπέηζμπολ;». Αυτή την ερώτηση κάνει ο Τζόνα Χιλ στον Μπραντ Πιτ, στην πιο ωραία, ίσως, σκηνή του "Moneyball". Ο πρώτος (ηθοποιάρα) είναι ένας χοντρός, αργοκίνητος  φοιτητής, ειδικός στην στατιστική ανάλυση. Ο δεύτερος (στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του) αυτοδημιούργητος μάνατζερ και κλασικός πεισματάρης. Στην ομάδα τους έχουν μαζέψει τους πιο υποτιμημένους - με βάση την αγορά - παίκτες του μπέηζμπολ, βάσει μιας πρωτοποριακής ανάλυσης/απάντησης στο μεγάλο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο σύλλογος. Η ιδέα είναι η εξής: αγοράζουμε αποκλειστικά παίκτες σε τιμή ευκαιρίας, οι οποίοι όμως έχουν όλοι ένα κοινό γνώρισμα - υψηλό potential. Κάτι ακόμη: κάθε παίκτης είναι καλός σε έναν συγκεκριμένο τομέα του παιχνιδιού, βρες το...

Στο τέλος της σεζόν - το πρώτο ήμισυ της οποίας άγγιξε την απόλυτη καταστροφή - οι δύο ήρωές μας έχουν καταφέρει να μείνουν στην ιστορία του εθνικού σπορ της Αμερικής. Μαζεύοντας και προπονώντας ένα τσούρμο από λουζεράδες, πέτυχαν το μεγαλύτερο σερί νικών στην ιστορία. Το ακόμη πιο παράξενο είναι πως αυτή η ιστορία είναι μια πραγματική ιστορία.


Στην σκηνή μας, ένας μέτριος και με περιττά κιλά «ρολίστας» έχει καταφέρει το αδιανόητο: έχει στείλει την μπάλα εκτός σταδίου με το χτύπημά του, κι ενώ ολόκληρο το γήπεδο ουρλιάζει, αυτός δεν έχει καταλάβει τίποτα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ο Τζόνα Χιλ πατάει pause, παγώνει την εικόνα και γυρίζοντας το κεφάλι στον φίλο του αποκαλύπτει, στην ουσία,την ολοκληρωτική του αγάπη για το άθλημα που υπηρετεί. 
  
Το πείσμα: Αν και ποτέ μου δεν χώνεψα πώς αυτό το τόσο ωραίο φιλμ δεν πήρε κάποιο μεγάλο βραβείο, το θέμα μας δεν είναι ο κινηματογράφος , αλλά ούτε το μπέηζμπολ – είναι το πείσμα. Πώς γίνεται και καμιά φορά βάζεις κάτι στο μυαλό σου και δεν γίνεται με τίποτα να το εγκαταλείψεις, σαν να σε έχει αλυσοδέσει ένας μυστικός ζήλος, σαν να ψάχνεις από μόνος σου το τραγούδι των σειρήνων, κάθε στιγμή, παρακάμπτοντας κάθε εμπόδιο, ώστε το σύμπαν να σε φέρει, τελικά, κοντά σε αυτό που είχες από την πρώτη στιγμή στο μυαλό σου. 




Ο «οραματιστής-άνθρωπος»' μια επική φιγούρα ερωτευμένη και με την καρδιά της δοσμένη στα στοιχειά που δραπέτευσαν από το μαγικό κουτί του 20ου αιώνα. Δύο μεγάλοι Πόλεμοι στην καρδιά της Ευρώπης, ο κινηματογράφος, ο υπερρεαλισμός, ο Σαρλώ, ο Γουολτ Ντίσνεϋ,  ο Μάης του ’68, τα παρισινά καφέ, ο Ψυχρός Πόλεμος, η Ατομική Βόμβα, ο Καστοριάδης, ο ΜακΛούαν, τα γράμματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ από την φυλακή, και πόσα ακόμη μεγάλα γεγονότα που άφησαν πίσω τους ως κληρονομιά αυτά τα εκατό  χρόνια.     


Κάποιο λένε ότι ίσως η ανθρωπότητα παρήγαγε περισσότερη Ιστορία από όση θα μπορούσε να χωνέψει. Ποιος ξέρει; Όπως και να έχει, την θέση του μαγεμένου «οραματιστή-ανθρώπου», στον 21ο  αιώνα έλαβε ο απομαγευμένος άνθρωπος' μια φιγούρα χωρίς μεγάλα πάθη και χωρίς μεγάλες επιθυμίες, αλλά κατά έναν τρόπο πιο σοφός, πιο υπεύθυνος και πιο «οικολογικός» στη συμπεριφορά του. Έχω μια δική μου απάντηση  στο ερώτημα «πότε τελείωσε ο μοντερνισμός». - «Όταν τα παιδιά στο σπίτι σταμάτησαν να παίζουν με τους διακόπτες του ηλεκτρικού, δεν τα μάγευε πια». 

                                       
                                          Το πείσμα


Πείσμα΄ να μην τα παρατήσεις, να μην το βάλεις κάτω, να συνεχίσεις να αγαπάς ολοκληρωτικά την ζωή κόντρα στους ανέμους και τους σκληρούς χρόνους. Πίστεψε στον αυτοσχεδιασμό, σε αυτό που έχεις μέσα σου. «Έσω ρεαλιστής, να αναμένεις το αδύνατον».  

Περιδιαβαίνοντας την Κυψέλη, κάθομαι στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας και τους βλέπω,  κατά τις 9 το βράδυ: έχουν φορέσει κάτι πρόχειρο και βγάζουν βόλτα τα σκυλάκια τους. Συχνά, είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα, που έχει φορέσει ένα πουλόβερ στον πιστό, μικρό της φίλο. Πέραν από τα μικρά αυτά σκυλάκια, ακόμα πιο  συγκινητική είναι στα μάτια μου η στοργή που υπάρχει στη σχέση τους με τους ηλικιωμένους ανθρώπους. Πλέον, τα αγαπώ ακόμα πιο πολύ αυτά τα μικρά σκυλάκια «του καναπέ», με την αδύναμη καρδούλα, που είναι επικίνδυνο να πουντιάσουν όταν έχει κρύο. Ή όταν βλέπω δυο κορίτσια να γυρίζουν από τα αγγλικά με τις σάκες τους στις πλατούλες τους. Ή ένα ζευγάρι, κοντά στα 50, ο άνδρας με φόρμα,  λιγομίλητος, και η γυναίκα του να του κρατά το χέρι, να ανηφορίζουν ειρηνικά την οδό Καλλιφρονά και να περπατάνε πλάι-πλάι, κόντρα στις φουρτούνες, τις δυσκολίες, τα λίγα λεφτά.   

Στη μέση όλης αυτής της καθημερινότητας και της ζωντάνιας του δρόμου, περίλαμπρη και επιβλητική, με την πάντα ανοιχτή και γλυκιά της αγκαλιά στέκει, μακρόθυμη, η εκκλησία της Αγίας Ζώνης. Η μεγάλη εκκλησία που τυλίγει τα πάντα γύρω της  με ένα πέπλο αγάπης και συγχώρεσης. Σχεδόν δίπλα της, το Άσυλον Ανιάτων. Όποιος θέλει να νοιώσει τον Χριστό μας δεν χρειάζεται να ψάξει σε μεγάλες βιβλιοθήκες και μακρινά ταξίδια. Αρκεί μια βόλτα εκεί: θα τον δεις να πιάνει το χέρι ενός γέροντα και να τον ταΐζει αργά-αργά, χωρίς βιασύνη, να τον πηγαίνει μια βόλτα στον κήπο, να κουβαλά σακούλες με τρόφιμα και γλυκίσματα, να καθαρίζει το πάτωμα. Στην μοναξιά, την εγκατάλειψη, την απέραντη οδύνη του αγαπά ο άνθρωπος τον άνθρωπο΄εάν αγαπάς, δεν ξεχωρίζεις τους ανθρώπους. Τους αγαπάς όλους, μέχρι το τέλος. Όσο πάει. 



Πείσμα. Το πείσμα της αξιοπρέπειας στην καθημερινή ζωή είναι που με συγκινεί, πλέον, περισσότερο από κάθε τι. Η κοινή ανθρώπινη μοίρα κάνει τους ανθρώπους να κοιτάξουν στα βάθη της ύπαρξής τους για να βρουν το χρυσάφι: αυθεντικότητα και αξιοπρέπεια. Ίσως τελικά το πείσμα να αφορά σε εκείνο ακριβώς το κομμάτι της ψύχας μέσα μας, που είναι καταδικό μας. 

Έχω γίνει... πολύ συναισθηματικός τελευταία – σαν τους ανθρώπους του 20ου αιώνος, μοιάζω καμιά φορά΄ με τα οράματα, την σκληρή πίστη στους εαυτούς τους, με την ζωντανή ιστορία των προγόνων τους στα γέλια τους και τα τραγούδια τους. Έχω συνέχεια τίτλους βιβλίων και στίχους από σκόρπια ποιήματα στο κεφάλι μου. Και συλλογίζομαι, όλο και πιο βαθιά, την έντονη σχέση του έρωτα με την επανάσταση.  







Να χαίρεστε
και να προσέχετε στον δρόμο




   

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013


                                 
                              ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  (I)



 

«Στον δρόμο γεννιούνται συνειδήσεις» - σωστά, αλλά όχι μόνο. Συνειδήσεις γεννιούνται και διαπλάθονται στην καθημερινή σου ζωή, στη σχέση μας με τα πράγματα, με τον πλησίον, τον γείτονα ή τον άγνωστό μας στο τρόλεϊ, στο δρόμο ή την εθνική οδό.  Αλλά, πρωτίστως – ίσως εκεί γίνεται όλη η δουλειά -  στην τραπεζαρία΄ στον χώρο όπου θυμάσαι να μαζεύεται η οικογένεια για φαγητό, το Σάββατο το μεσημέρι με τις σακούλες της λαϊκής στριμωγμένες ακόμη στο πάτωμα, ή την Κυριακή, παρέα με τους παππούδες και με αρκετό κρασί – κόκα  κόλες για τους μικρούς. 

Ο πατέρας μου, όταν ήμουνα παιδί, ήταν ένας πραγματικά καταπληκτικός αφηγητής  ιστοριών. Δεν τον έχω φτάσει μέχρι και σήμερα - και μου φαίνεται δύσκολο - στην τέχνη του να λες με τόση ζωντάνια μια ιστορία, ντύνοντάς την πάντα με το στοιχείο εκείνο που μαγεύει κάθε ακροατή: το αυθεντικό άρωμα της εποχής.

Πόσα πράγματα, πόσες μικρές μα συγκλονιστικές ιστορίες, πόσες και πόσες στιγμές της… νεότερης Ιστορίας του τόπου δεν έχω μάθει από εκείνες τις αφηγήσεις των παιδικών χρόνων, τα μεσημέρια στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών. Το… πυρηνικό αφηγηματικό όπλο του πατέρα μου ήταν, δίχως άλλο, η πλάκα΄ τώρα που το θυμάμαι, κάθε ιστορία, όσο παράξενη ή περιπετειώδης και να ήταν, σε κάποιο σημείο της, σε κάποια κρυφή της γωνιά, είχε πάντα μπόλικη πλάκα.


«Για να καταφέρεις να δεις ολόκληρο τον τίτλο της “Αυγής”, το πρωί,  έπρεπε να περάσεις, στα μουλωχτά, από 4 με 5 διαφορετικά περίπτερα... Στο πρώτο, έβλεπες λίγο στην άκρη αριστερά, την αρχή της πρώτης λέξης… Στο δεύτερο, αν ήσουν τυχερός, έπαιρνε το μάτι σου και την υπόλοιπη… Να την ζητήσεις από τον περιπτερά, άσ’ το καλύτερα - άλλα χρόνια». Θυμάμαι πολύ καθαρά τις ιστορίες από τις γειτονιές του πατέρα μου, πρωτοδιόριστος, τότε, καθηγητής Φυσικών Επιστημών, λίγα χρόνια πριν από την Χούντα. Τις ιστορίες ενός φιλομαθούς και λίγο ατίθασου, μεγαλωμένου στο Μεταξουργείο γιου κομμουνιστή, από φτωχική οικογένεια, με τα πολλά σκασιαρχεία και την κοσμία διαγωγή, που ο παππούς έψαχνε κάθε Σεπτέμβριο νέο σχολείο, που θα τον δεχόταν.  

«Έχουμε πολλούς αλήτες, κύριε Θεοδωράτε, δεν χρειαζόμαστε και άλλους», του είχε απαντήσει μια μέρα ένας Διευθυντής, κοιτώντας τον φάκελο του μαθητού, και ο παππούς μου έσκυψε το κεφάλι και πήρε ξανά τους δρόμους, ώσπου έφθασε, τελικώς, στο «νυχτερινό».  Ο παππούς ο Γεράσιμος -  σε αυτόν πρέπει να ανήκει το πιο κρυφό, το πιο συμπονετικό και καταδεχτικό κομμάτι της ψυχής μου (…). Ένας γνήσιος λαϊκός και σεμνός άνθρωπος, που κάποτε «είχε γυρίσει από την Μικρά Ασία στην Αθήνα με τα πόδια», όπως το ήθελε μια από τις πιο συγκινητικές ιστορίες του πατέρα μου,  η μόνη ίσως που δεν έβγαζε γέλιο, αλλά μόνο δάκρυα.  


Σύμφωνα με την ιστορία, ο παππούς ο Γεράσιμος, στον μακρύ και οδυνηρό δρόμο της – άτακτης και με φοβερές απώλειες - επιστροφής από την Μικρά Ασία, περνώντας από κάποιο χωριό, είδαν με την διμοιρία του ένα σπίτι τυλιγμένο στις φλόγες. Αμέσως, δυο-τρεις φαντάροι ορμούν μέσα και καταφέρνουν, την τελευταία στιγμή, να βγάλουν την οικογένεια ζωντανή. «Την εικόνα, την εικόνα…» φώναζε με όση ανάσα της είχε απομείνει η μάνα, με τον παππού μου, διακινδυνεύοντας την ζωή του, να μπαίνει ξανά μέσα στο σπίτι και να διασώζει από τη φωτιά μια εικόνα του Σωτήρος… Με τα πολλά, και αφού τους ευχαρίστησαν, η γυναίκα που είχε δει το βιος της να γίνεται στάχτη, χάρισε στον παππού μου την άγια εικόνα, και εκείνος – ο λαϊκός κομμουνιστής – την φύλαξε με στοργή μέσα στο γυλιό του, για το μακρύ κι εξουθενωτικό ταξίδι της επιστροφής. 

Όπως έλεγε, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που κινδύνευσε άμεσα η ζωή η δική του και των άλλων ανδρών της ομάδας, καταλήγοντας τελικά στο συμπέρασμα πως η δύναμη της εικόνας ήταν που τους προστάτευε, ως εκ θαύματος, κάθε φορά...  Αρκετά χρόνια μετά, εις ανάμνησιν εκείνου του τρομερού μεσημεριού, και ως ευγνωμοσύνη στο τίμιο ξύλο, εκείνος και η γυναίκα του συμφώνησαν να βαφτίσουν τον γιο τους Σωτήρη.     


Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλη η νεότερη Ιστορία της γλυκιάς πατρίδας ήταν χαραγμένη στις βαθιές, σκαμμένες ρυτίδες αυτού του ταπεινού και πράου ανθρώπου - «του παππού του Γεράσιμου», που έμενε με την γιαγιά μου στο φτωχικό σπιτάκι της οδού Αλκαμένους, και πηγαίναμε επίσκεψη τις Κυριακές. Του παππού μου, με το πάντα συγκαταβατικό και γλυκό χαμόγελο του ανθρώπου που έχει παιδευθεί σκληρά στη ζωή του, και με την μεγάλη χαρά μέσα του, κάθε φορά που μας προσέφερε «ένα σπρέι» - όπως έλεγε το αναψυκτικό sprite.  Ο αδελφός μου κι εγώ σκάγαμε στα γέλια, μα πάντα τον αγαπούσαμε τον παππού τον Γεράσιμο και χαιρόμασταν την σοφή παρέα του...

(Στην Κατοχή, πάλι ως εκ θαύματος, ο παππούς είχε βρει δουλειά στα μαγειρεία ενός νοσοκομείου, και έτσι λίγο με κανένα ρυζόγαλο, λίγο με κανένα φρουτάκι, ο νεογέννητος Σωτήρης – ήταν δύο ετών το 1941- την έβγαλε καθαρή).

Άλλη ιστορία που δεν ξεχνώ: ο πατέρας μου, σε ένα από τα συχνά σκασιαρχεία του για… αλητεία και τσιγάρο στα κρυφά με την παλιοπαρέα, άθελά του πήρε το μάτι του μέσα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο καφενείο, κοντά στην Ομόνοια, τον παππού μου, και έσπευσε αμέσως να κρύψει τα μούτρα του, μιας και ο παππούς δεν ήταν αυτό που λένε «άνθρωπος του καφενείου». Λίγο αργότερα, κατάλαβε την αλήθεια. Ο παππούς ο Γεράσιμος είχε χάσει τη δουλειά του, εδώ και μήνες,  και ζούσαν με δανεικά, από δω κι από κει – όμως, δεν το είπε στο σπίτι. Ξυπνούσε κάθε πρωί, αξημέρωτα, ξυριζόταν κανονικά και έφευγε «για τη δουλειά»… Μόνον ο ίδιος ήξερε πώς ένοιωθε μέσα του, και η αγνή, λαϊκή του αξιοπρέπεια υπήρξε για μένα το μεγαλύτερο, ίσως, μάθημα για το τι, αλήθεια, σημαίνει η μοναδική αυτή ελληνική λέξη, «φιλότιμο».

     




Οι αφηγήσεις αυτές, φαντάζομαι δεν είναι προσωπικό βίωμα του γράφοντος΄ είμαι βέβαιος ότι οι πιο πολλοί από εσάς θα έχουν αντίστοιχες διηγήσεις, περιστατικά, ανέκδοτα, ιστορίες από τις ζωές των παλαιότερων – αλήθεια, πόσο μεγάλος πλούτος είναι να ακούς με προσοχή τις ιστορίες των παλιών. Η προσωπική μαρτυρία, επιτρέποντάς σου να μπαίνεις ο ίδιος στο κάδρο της εποχής,  αποτελεί διαχρονικά μία από τις πιο απολαυστικές πηγές της επίσημης Ιστορίας. 

Στην ιδανική μου Πολιτεία, ο ιστορικός είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει καλύτερο από το να ανακαλύπτει και να ακούει ανθρώπους που ήταν παρόντες στα μεγάλα γεγονότα. 

Σε κατοπινό «Μάθημα» θα σας πω και την ενδιαφέρουσα – φρονώ - ιστορία για το πώς τα έφερε η ζωή, ώστε να… ζήσω τους πρώτους μήνες της σημερινής «κρίσης» (αρχές 2010) σε ένα μικρό ημιυπόγειο της πλατείας Αμερικής, και πώς η πρόσληψη των γεγονότων αποκλειστικώς μέσω ραδιοφώνου (δεν είχα βάλει τηλεόραση) έδρασε καταλυτικά στην προσέγγιση και επεξεργασία των δραματικών εξελίξεων από πλευράς μου (...).    

Στο πλαίσιο της δουλειάς μου, επιδιώκω να συναντώ και να κουβεντιάζω με πολλούς – και διαφορετικούς – ανθρώπους. Τραγικό συμπέρασμα: είναι σχεδόν απίστευτο το πώς, και κατά πόσον, για ορισμένους ανθρώπους οι ζωές των άλλων αποτελούν, στην πράξη, μία terra incognita, «άγνωστη γη». Στην πολιτική, εάν ένας άνθρωπος προέρχεται από ένα παραδοσιακά «δεξιό» περιβάλλον, αδυνατεί – de facto - να συλλάβει πλήρως τι σημαίνει να φοβάσαι να αγοράσεις την εφημερίδα της αρεσκείας σου, ή να μην βρίσκεις δουλειά λόγω ελλείψεως  «πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων». «Χρειάστηκε να… φιλήσουμε κατουρημένες ποδιές μέχρι ένας γνωστός μας να καταφέρει να με βάλει κάπου: κουβάλαγα ασβέστη επί δέκα ώρες, κάθε μέρα, σε ένα ανεγειρόμενο κτίριο αποθηκών του Στρατού… Αυτό ήταν το καλύτερο που βρέθηκε…», θυμάμαι άλλη αφήγηση.   

Όντας ανυποψίαστοι και σταθερά προσκολλημένοι στον μικρόκοσμό τους, ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων αδυνατεί να κατανοήσει τι σημαίνει να διώκεσαι για τις ιδέες σου, ή - όντας  καλός άνθρωπος - να αναπτύσσεις επαφές και δεσμούς με την «παρανομία». Η μελέτη της Ιστορίας βοηθά, ασφαλώς, αλλά δεν μπορεί να σου μεταφέρει το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τις συνέπειες της πολιτικής σου δράσης σχεδόν σε κάθε πτυχή της προσωπικής σου ζωής, στους δεσμούς τους οικογενειακούς ή και τους ερωτικούς, ακόμη… 

Ένα, όμως, περιστατικό, της – ας την πούμε -  Δεξιάς μυθολογίας είχε κερδίσει την ακέραιη εκτίμηση του πατέρα μου, και αφορούσε στο περίφημο χαστούκι που φερόταν να έριξε ο Καραμανλής (ένας είναι ο Καραμανλής) στην Φρειδερίκη, μέσα στα Ανάκτορα΄ όποιος δεν έχει διαβάσει τον βίο και την πολιτεία αυτής της επάρατης μέγαιρας, δεν γνωρίζει τι σημαίνει «περιφρόνηση» προς την χώρα και τον Λαό της. Στην επίσημη ιστοριογραφία, το χαστούκι του «χωριατόπαιδου από το Κιούπκιοϊ» - όπως οι παλαιοί πολιτικοί συντάκτες αποκαλούσαν τον Καραμανλή – δεν είναι καταγραμμένο. Ωστόσο, θεωρείται γεγονός με ευρύτερη αποδοχή, από όσο κατάφερα να μάθω…
     






Μία φωτογραφία, χωρίς λεζάντα ή συνοδευτικό κείμενο, στερημένη από το ζωντανό ιστορικό της πλαίσιο, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να πεις ένα χοντρό – και επιτυχημένο -  ψέμα. Η διάσημη (και με μεγάλη καριέρα στο Διαδίκτυο) φωτογραφία παρουσιάζει μια εικόνα της Αθήνας του 1960, αρκετά διαφορετική από την αλήθεια, υποκρύπτοντας περισσότερο παρά μαρτυρώντας την πραγματικότητα. Στην ίδια πόλη, την ίδια γιορτινή περίοδο, στους ίδιους δρόμους, την ίδια – εν τέλει – χώρα,  παιζόταν μία διαφορετική, παράλληλη πραγματικότητα: τραμπούκοι να δέρνουν φοιτητές το βράδυ, κυνηγητά στους δρόμους και χαφιέδες στα γραφεία και τις υπηρεσίες, γηραιοί θυρωροί να επιβλέπουν σχολαστικά την ζωή σου και - ακόμη χειρότερα - άνθρωποι σε φυλακές και σε εξορίες, σε εκείνη την σκληρή εποχή, μερικά χρόνια πριν την δικτατορία, την εποχή του «Ανένδοτου» του Γεωργίου Παπανδρέου, και του «114» (από το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος της εποχής, «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος επαφίεται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων…».  

Η κριτική, ωστόσο, που διατυπώνουμε στη συγκεκριμένη φωτογραφία και την ευρύτατη «αξιοποίησή» της από διάφορες εφημερίδες και ιστοσελίδες της εποχής μας δεν σημαίνει πως δεν είναι όμορφο αυτό που δείχνει΄ μια πρωτεύουσα πεντακάθαρη, εορτοστολισμένη, γεμάτη ζωντάνια, λαμπερά αυτοκίνητα και γεμάτα μαγαζιά. Αυτό που θλίβει, όμως, τον παρατηρητή είναι πως, μέσα στην αμεριμνησία της, η εικόνα διατυμπανίζει ένα σοβαρό ψεύδος, καθώς αν οι αναμνήσεις και οι ζωές μας  αποστραγγισθούν από το ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο, μετατρέπονται αυτοστιγμεί σε ζόμπι, σε αδειανά πουκάμισα, σε φτηνή προπαγάνδα

Άλλωστε, η ίδια εκείνη εποχή, αρκετά χρόνια προτού η Ελλάδα μεταμορφωθεί από βαλκανική επαρχία σε  μέλος της Ευρωζώνης και νιώσει την - πικρή, μα χρήσιμη συχνότατα - επίγευση της «απομάγευσης», έκρυβε ήδη μέσα της πολλά και διάφορα ζωτικά ψεύδη. Πολλά από αυτά συνόψιζε η διάσημη, στην εποχή της, ταινία «Η Αθήνα την νύχτα», που αυτόν ακριβώς τον σκοπό εξυπηρετούσε: να δείξει μια (ψευδεπίγραφη) Αθήνα ως σύγχρονη δυτική πρωτεύουσα, δυναμική και εξωστρεφή, όπου οι πολίτες και οι τουρίστες απολαμβάνουν ξέγνοιαστοι την νυχτερινή ζωή, τα μπουζούκια και τα μοντέρνα της ξενοδοχεία.

(...συνεχίζεται) 





            




με την ευχή να ξαναβγεί ο ήλιος,
και να προσέχετε στον δρόμο 





Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013


Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΒΥΣΣΙΝΑ




Ίσως, όλοι μας στην πολιτική - τελικώς - μια κοπέλα αναζητούμε, αυτήν ψάχνουμε διαρκώς και αυτής η εικόνα μας οδηγεί. Εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, σκέτο φάντασμα συχνά - άλλοτε πιο λαμπερή κι από τον ήλιο, κρυμμένη καλά στα τετράδια της νιότης μας και στης Εθνικής Βιβλιοθήκης την ευγενή μοναξιά. Λέω «όλοι μας» - αυθαιρέτως.

Στα σίγουρα, δεν είναι όλων μας η εφηβεία ίδια, ούτε στην επικράτειά της βασιλεύουν οι μοναχικοί περίπατοι στο Πεδίον του Άρεως, με μόνη παρέα ένα μικρό βιβλίο του Ρίλκε ή του Γκιμπράν – πόση μαγεία τύλιγε αυτό το όνομα, τα απλά του λόγια και η αγάπη του για τους φτωχούς ανθρώπους.  Για καθέναν μας, τα πρώτα χρόνια των αναζητήσεών του, πρωτόλειων και ιδεαλιστικών, αποτελούν πάντοτε μια ήσυχη και φιλόξενη λίμνη, μακριά από τις σκοτούρες και τα προβλήματα της καθημερινότητας...   


Αντί για πολιτική, να πούμε καλύτερα «δημόσια σφαίρα», να μην παρεξηγηθούμε: δεν αναφέρομαι σε εκείνους που μπήκαν στην πολιτική για να χαλκεύσουν λίστες καταθετών της Ελβετίας ή για να κάνουν τους «κάποιους» στον περίγυρο και το σόι τους, πουλώντας επιμελώς εκδούλευση στους ισχυρούς και τους επιτυχημένους της ζωής. Αλίμονο, το… πράγμα αυτό διεκδικεί – και έχει κατορθώσει - να σημαίνει την «συμμετοχή στα της πόλεως».

Μακριά από τα φώτα, σε δωμάτια στους υψηλούς ορόφους υπουργείων και υπηρεσιών – πόσα και πόσα βράδια έχει πέσει το μάτι μου, νύχτα στην Πανεπιστημίου, σε αυτά τα παράθυρα - ή στα ακριβά εστιατόρια της Μεγάλης Βρετανίας. Με πολλές υποκύψεις, με πολύ άχτι κρυμμένο πίσω από τα ψυχρά χαμόγελα, με πολλή φιλοδοξία πίσω από την επιτηδευμένη προφορά των γκουρμέ πιάτων και των cocktails.  


«Τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες» - μου έρχεται συχνά στο νου η είρων, με ώριμη θλίψη και σοφία, απόφανση του Αλεξανδρινού ποιητή… Σαν να βγαίνει μαζί ένα μπουκωμένο γέλιο σε εκείνο το «κούφια λόγια». Χωρίς, όμως, κανένα δάκρυ. 

«Αυτό που κόμισε ο Καβάφης, κυρίως, στη νεότερη ποίηση  είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση της αξιοπρέπειας στο τέλος των πραγμάτων», θυμάμαι την παρατήρηση ενός κριτικού λογοτεχνίας και ανθρώπου των γραμμάτων. Τα γράμματα και ο έρωτας, ο μόνος – οπωσδήποτε - «κερδισμένος χρόνος».      

«Η πολιτική στην πιο αγνή μορφή της – ίσως…», σκεπτόμουν κοιτώντας τις παρέες των αλληλέγγυων στους συλληφθέντες της «Βίλλας Αμαλίας», το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης στην Ευελπίδων.

«Θα φωτογραφηθείτε», μας ενημέρωσε τελεσίδικα ο φρουρός στην είσοδο, όταν έβαζα το κινητό μου στον ιμάντα των «προσωπικών αντικειμένων». Ας είναι, μπορεί και να είναι μια ωραία φωτογραφία, είπα από μέσα μου.


Μετά από δυο περίπου ώρες, σιγά – σιγά διαλύθηκε η μεγάλη παρέα των αλληλέγγυων. Κατηφόρισα την Ευελπίδων με χαρά μέσα μου, ήθελα να πάω σπίτι και να πιάσω την κιθάρα μου (μετά από καιρό) ήταν σαν να είχα πάει εκδρομή με το σχολείο, και όλοι να με συμπαθούσαν και να με αγαπούσαν και να μην ένοιωθα παράταιρος. Με την άρρητη, πλανόμενη υπόσχεση «να μη χαθούμε». 

«Να θυμάσαι, ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει πάντα… υγρή μύτη. Να είναι ζωντανός, να μαθαίνει, να βλέπει τα πράγματα γύρω του σαν να μην ξέρει τίποτα», μου είχε κάποτε πει ένας γέρος της δημοσιογραφίας,  όνομα στην εποχή του.  Προτιμούσε να μοιράζεται τις εντυπώσεις του κατ΄ ιδίαν, και όχι να κάνει καριέρα γράφοντας βιβλία για «νέους στο επάγγελμα». Μπουχτίσαμε από αυτούς.


  

Ίσως, λοιπόν, να μην ήταν τόσο γλυκό το αίσθημα στην οδό Ευελπίδων, εάν στο μυαλό μου δεν υπήρχε το έντονο - «κραυγαλέο» - κοντράστ: 

Από τη μία, η… θριαμβευτική είσοδος μίας εκ των «εξαδέλφων Παπακωνσταντίνου» στο γραφείο του  ανακριτή, για την κατάθεση υπομνήματος,  μία μέρα πριν, με την ακριβοραμμένη κουστωδία των συνηγόρων της. Με αυτό το γνωστό σε όλους μας επιθετικό χαμόγελο της αυτοπεποίθησης του προσώπου με τις ισχυρές γνωριμίες και τους «κατάλληλους ανθρώπους», σε κάθε στιγμή της – στρωτής - ζωής του. 

Έτσι τους συμβουλεύουν  οι «ειδικοί στην επικοινωνία». Για όλα, έχουν και από έναν «ειδικό». Αυτό ήταν, ίσως, το απεχθέστερο έγκλημα της εποχής της αφθονίας στην Ελλάδα' τα πάντα έγιναν ζήτημα «ειδικών». Για τον γέροντα, υπήρχε η ακριβή πανσιόν. Για το ζευγάρι που δεν άντεχε, μες τις πολλές ανέσεις, ο ένας τον άλλον, «ένας οικογενειακός σύμβουλος, με ειδίκευση στα νέα ζευγάρια».  

Για όσους, λοιπόν, θεωρούν ότι η ζωή τους οφείλει να είναι μια υπόθεση «ειδικών», χωρίς φαντασία, χωρίς πίστη στην εαυτό σου, χωρίς καμιά τόλμη, οι αντιεξουσιαστές έχουν να προτείνουν κάτι διαφορετικό, και χωρίς πολλά χρήματα: να φτιάξουμε περισσότερα πράγματα «μαζί», βοηθώντας ο ένας τον άλλον, αντί να υποδυόμαστε ρόλους σε έναν κόσμο «οργανωμένης πλήξης». Αυτόν το ρόλο επιτελούν, κατά έναν τρόπο, οι καταλήψεις και οι λεγόμενοι «ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι». 

Και είναι αλήθεια πως οι ομάδες των αντιεξουσιαστών εδώ και πολλά, πλέον, χρόνια έχουν να επιδείξουν ένα ουσιαστικό και απτό κοινωνικό έργο αλληλεγγύης και αυτό-οργάνωσης: δύο πάρκα της Αθήνας, τα οποία ο Δήμος προόριζε για ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης (…), εκείνοι κατάφεραν να τα υπερασπισθούν και να τα αποδώσουν πίσω στους πολίτες. Το ένα στην γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Ναυαρίνου, στα Εξάρχεια, και το άλλο – αν και πλέον εγκαταλειμμένο, ωστόσο… πάρκο ακόμη – στην γωνία Πατησίων και Κύπρου.   

Και ακόμη, πόσα και πόσα στέκια για: ελεύθερο εμπόριο, βιολογικά τοπικά προϊόντα, πολιτιστικά κέντρα, προβολές ταινιών και εργαστήρια θεάτρου, συλλογική κουζίνα («φέρτε τα φαγητά σας να φάμε όλοι μαζί»), εναλλακτικά φεστιβάλ και συνέδρια, «ομάδες ψυχολογικής αυτοβοήθειας»  και πόσα ακόμη εξωτικά και άγνωστα πράγματα στα μυαλά εκείνων για τους οποίους τίποτε δεν έχει αξία εάν δεν μεταφράζεται σε ζεστό χρήμα και ισχύ. Στο μυαλό του Σίμου Κεδίκογλου και των παρεών του, ήτοι, που με την ρητορική τους επιδιώκουν κατά σύστημα να γυρίσουν την ελληνική κοινωνία σε μοντέλα και αναγνώσεις του 1950: «ή θα είσαι νοικοκυραίος  και θα ασχολείσαι με την ασφάλεια των καταθέσεών σου ή θα είσαι ανατρεπτικό στοιχείο».  

Σε μια χώρα όπου για δεκαετίες οι πνευματικοί της ταγοί υπήρξαν οι μεγάλοι ποιητές, οι ζωγράφοι της και οι συνθέτες της, ποτέ άλλοτε η απλοϊκότητα δεν φάνταζε τόσο γυαλιστερή (...).   

Όμως η πραγματική ισχύς στην ζωή είναι το «μαζί» - ίσως αυτό να θέλουν τόσα χρόνια να μας πουν οι ετερόκλητες, φιλότεχνες και πάντα ονειροπόλες ομάδες των αντιεξουσιαστών, «των πιο όμορφων παιδιών της πόλης», όπως έλεγε μια παλιά αφίσα. 

Για όσους επιμένουν ακόμη, σε πείσμα των καιρών, πως ρόλος της δημοσιογραφίας είναι να διερευνά τον πυρήνα και την βαθύτερη αλήθεια των κοινωνικών ρευμάτων, με μάτια ανοιχτά και δίχως προκαταλήψεις, η αντίθεση είναι εκκωφαντική: από την μία, ο κόσμος των «εξαδέλφων»,  με μια έπαρση τόσο εμφανώς γελοία, που καταντά αποκρουστική. Φτωχοί κατ’ ουσίαν, παρά τις απόρρητες τραπεζικές τους καταθέσεις, όλο μούρη και τουπέ κάτω από τον τανυσμένο φερετζέ του «καλού οικογενειάρχη» και του «ευγενέστατου γείτονα». 

Τυγχάνει να τους γνωρίζω σαν… την παλάμη μου αυτούς τους ανθρώπους, τους θυμάμαι στις πρώτες θέσεις του Ηρωδείου, να μπαίνουν πάντα το τελευταίο λεπτό πριν την παράσταση και να σμπρώχνονται (με τρόπο) για τις καλύτερες θέσεις, με εκείνο το σκληρό, άψυχο χαμόγελο της περιφρόνησης προς τους άλλους - προς όλους τους άλλους. 

Από την άλλη, οι καταληψίες-ένοικοι της «Αμαλίας»: φοιτητές, άνεργοι, σπουδαστές, άγαμες μητέρες, οικολόγοι, ποδηλάτες, παιδιά των γηπέδων, οικοδόμοι, «καλλιτέχνες γενικότερα», εχθροί της βιομηχανίας γούνας, μπασίστες, ηχολήπτες, αγόρια, κορίτσια, παλιοροκάδες, αυτοσχέδιοι θεωρητικοί της αναρχίας, απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.  

Εάν με ρωτάτε, το λοιπόν, ποια κατηγορία πολιτών εκ των δύο συνιστά μεγαλύτερη απειλή για το κοινωνικό σύνολο, για την κοινωνία και την Δημοκρατία μας, προφανώς γνωρίζετε ήδη την απάντηση (…).  



ΥΓ1: Ίσως να είχαν δίκιο οι Μάγιας. Ίσως ένας ολόκληρος κόσμος να τελείωσε  τον περασμένο Δεκέμβριο, και ένας άλλος, πιο νέος και πιο δίκαιος να γεννιέται' με περισσότερη αλληλεγγύη, με περισσότερη εμπιστοσύνη, με περισσότερη αγάπη, στην πράξη.    

ΥΓ2: «Πολιτική είναι η εκούσια πρόσκληση στην τραγωδία»*. Δεν γνωρίζω τον πατέρα της  φράσης, αλλά την αποδέχομαι και την ανα-αφιερώνω στις πολιτικές παρέες του σήμερα, με μια ευχή: να σωθούμε όχι με ετοιματζίδικες και παλιοκαιρισμένες ευκολίες, αλλά με το απαύγασμα της έμπνευσης και της τόλμης μας.  


ΥΓ3: 


« Αφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια
θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λειβάδια.
Να ξαναγίνω καβαλάρης και ξαναέλα να με πάρεις, ουρανέ
για δεν υπήρξα κατεργάρης 
και την χρειάζομαι την χάρη σου, 
μωρέ…  ».   

(Νικόλας Άσιμος, «ο μπαγάσας») 




*μπορείτε να  βρείτε σε ποιον ανήκει, άραγε, η φράση αυτή;  





Καλή εβδομάδα

και να προσέχετε στο δρόμο

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013


“ MAKE or BREAK ”  





2013:


Μια χρονιά ”make or break” για την Ελλάδα, όπως δήλωσε ο Γιάννης Στουρνάρας στην ανταποκρίτρια των Financial Times στην Αθήνα, Kerin Hope, στις 18 του περασμένου Δεκεμβρίου. Ο Γιάννης “buyback” Στουρνάρας, όπως φαντάζομαι θα τον λέγαμε αν ζούσαμε στο «Μεγάλο Μήλο» - αλλά ζούμε στην ταπεινή Αθήνα' την Αθήνα της κρίσης, των Μνημονίων, των ανέργων, των λαθρομεταναστών, με ή χωρίς εισαγωγικά, των κλειστών μαγαζιών, των «νεόπτωχων».  


Αυτή είναι η μία όψη του ίδιου νομίσματος. Η άλλη είναι μία κάπως διαφορετική Αθήνα: ανθρώπων που ψάχνουν στα έγκατα της ύπαρξής τους την ελπίδα, που προσπαθούν να χαμογελούν περισσότερο με το καθημερινό θαύμα της ζωής, που σπρώχνονται λιγότερο στο μετρό και στο λεωφορείο, που βλέπουν στα μικρά παιδιά την ελπίδα του κόσμου, που γυρνούν πίσω στη γη και στους φίλους τους.

Στο διάκενο ανάμεσα σε αυτές τις δύο «Αθήνες», τις δύο «Ελλάδες», ένα πανάρχαιο παίγνιο: πολιτικές παρέες – ναι, σκληρή μπορεί να γίνει αυτή η λέξη -  παλιές και νεότερες, συντηρητικές και επαναστατικές, πολυτελείς και χειροποίητες, με σκοτεινή, υπόγεια ισχύ ή την ορμή μεγάλων προσδοκιών, μάχονται μέχρι τέλους για την επικράτηση, την εκλογική νίκη, την προτίμηση του κοινού – ή, όπως αρέσκομαι να λέω, «για την αγάπη του λαού». 

Όμως, θαρρώ πως ήδη για αυτήν την νέα χρονιά, που ήδη τις πρώτες της στιγμές διανύουμε, λαχανιασμένα, ξαφνιασμένα, σχεδόν ανέμελα, η πλειοψηφία των πολιτών έχει λάβει μια σημαντική απόφαση – “a new year’s resolution”, όπως λένε στην Εσπερία για τις αποφάσεις που κάποιος εθιμοτυπικά λαμβάνει για την νέα χρονιά: να κόψει το κάπνισμα, να δουλέψει περισσότερο, να κάνει παιδί, να αλλάξει σπίτι ή χώρα, να βάψει την αποθήκη, να γίνει καλύτερος σύζυγος, γιος ή γονέας. 

Περάσαμε πολλά αυτά τα δύο (plus)  χρόνια που αφήνουμε πίσω. Σε επίπεδο συλλογικής συνείδησης και εθνικής αφήγησης, παρά τις ανοιχτά ρατσιστικές επιθέσεις που νοιώσαμε – κορυφαία παραδείγματα τα θρυλικού λαϊκισμού πρωτοσέλιδα των Focus και Bild – δικαιούμεθα να θεωρούμε εαυτούς «επιβιώσαντες». 

Άλλωστε, μέσα στο 2012 από τις εκατοντάδες συνεντεύξεις και δηλώσεις ξένων για τους κατοίκους αυτής της χώρας, όχι τυχαία ξεχώρισα τη δήλωση ενός… ανθρώπου του ποδοσφαίρου, του Γερμανού ομοσπονδιακού τεχνικού, Γιόακιμ Λεβ, για τους Έλληνες, στη διάρκεια του περασμένου EURO: «καλλιτέχνες της επιβίωσης…». 

Ωστόσο, δεδομένων των μηνυμάτων που λαμβάνω τόσο από τις παρέες των εορτών αλλά και ως απλή διαίσθηση, γύρω μου, η απόφαση των πολιτών για το νέο έτος αφορά σε κάτι κεφαλαιώδες: στην απόρριψη του φόβου. Μιλώ για τον φόβο ως κριτήριο λήψης αποφάσεων για το παρόν και το μέλλον. 

Κάνε με ό,τι θες, πες μου ό,τι θες, ενημέρωσε με όπως θες, πείσε με όπως θες – αλλά όχι άλλο φόβο. Ανησυχία, αίσθηση της πραγματικότητας, πολύπλευρη στάθμιση της συγκυρίας, ρεαλισμός – ναι, αλλά έως εκεί. 

Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Δήμαρχος της Αθήνας, Γιώργος Καμίνης - πρόσωπο που πιθανόν να διαδραματίσει ρόλο σε αυτό που έχει αποκληθεί «ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατικής Κεντροαριστεράς» στη χώρα - ανέφερε αυτολεξεί σε συνέντευξή του : 

«Ας δούμε την πραγματικότητα…  Μέσα στο 2013, τα πράγματα θα είναι δραματικά, αφού λόγω της ύφεσης θα έχουμε ακόμη περισσότερα λουκέτα στα μαγαζιά και οι άνθρωποι που αποκαλούνται νεόπτωχοι θα γίνουν ακόμη περισσότεροι… Εμείς, ως Δήμος, πρέπει να δούμε πώς θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα αυτήν την κατάσταση που θα βρούμε μπροστά μας…». 

Όπως γίνεται αντιληπτό, δια των λόγων – «ομολογίας» θα έλεγε κανείς  - Καμίνη, ο σχεδόν θριαμβικός τόνος με τον οποίον ενέδυσε το πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του ο πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, πόρρω απέχει από την ωμή πραγματικότητα, για να επιβεβαιωθεί τραγικά η ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, κοντά μισόν αιώνα αργότερα: «όταν οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν...». 

Make or break”, λοιπόν, για την Ελλάδα το 2013 – πώς και έτσι, κ. Στουρνάρα; είναι οι θυσίες, ο πόνος, οι απολύσεις, οι καταθλίψεις, η μετανάστευση των νέων, όλα αυτά αντικείμενο ενός παιχνιδιού «μηδενικού αθροίσματος», δηλαδή «τα παίρνεις ή τα χάνεις όλα»; 

Ποιος σύννους πολιτικός, δημοσιολόγος, αναλυτής ή απλός πολίτης θα μπορούσε να δεχθεί μία τέτοια ωμότητα, ακούγοντας τον Υπουργό Οικονομικών του κράτους του να διατυμπανίζει μια τέτοια απίθανη διάζευξη – η οποία αυτοστιγμεί συνιστά και… πυρηνικό όπλο εκβίασης στα χέρια των εταίρων και διεθνών πιστωτών μας…  Με συγχωρείτε, παιδιά των ισχυρών οικογενειών και των ακριβών κολεγίων, μα, προσωπικά, ένα τέτοιο σκεπτικό το θεωρώ καθαρά φασιστικό.      

«Θα τα καταφέρουμε εάν την επόμενη χρονιά παραμείνουμε προσκολλημένοι στο πρόγραμμα που έχει συμφωνηθεί με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Η αποτυχία (”break”) θα έρθει εάν το πολιτικό σύστημα δεν αποδειχθεί ικανό να διαχειρισθεί μια τόσο δύσκολη κατάσταση…», τόνισε ο Υπουργός Οικονομικών.

Καθώς, πέραν από τον φασισμό του πεζοδρομίου και των μαζικών επιδρομών σε πάγκους (και κορμιά) μεταναστών, υπάρχει και ένας άλλος φασισμός: αυτός των φρεσκοσιδερωμένων γιακάδων, του κυριλέ ντυσίματος και της «αυτορυθμιζόμενης οικονομίας». Είναι ο φασισμός τον οποίο πληρώσαμε πολύ ακριβά καθ’ όλον τον λεγόμενο  νεοελληνικό «εκσυγχρονισμό», και ο οποίος μας οδήγησε στον γκρεμό του 2009.  

Παιδί ενός τέτοιου συστήματος είναι και ο κ. Στουρνάρας, ας μην λησμονούμε. Είτε ως οικονομολόγος της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών (ΔΟΜ) της Τραπέζης της Ελλάδος, είτε ως Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, είτε ως επικεφαλής της… αφρόκρεμας των Ελλήνων οικονομολόγων του Δημοσίου, του κρίσιμου Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ) του Υπουργείου Οικονομικών – θέση στην οποία τοποθετήθηκε λόγω της στενής του σχέσης με τον, τότε «τσάρο», Γιάννο Παπαντωνίου.   

Ωστόσο, είναι επιστήμων οικονομολόγος – και δεν θα ήταν, φρονούμε, σοφό αυτήν την κρίσιμη στιγμή να αντιμετωπίσει τον ρόλο του διεκπεραιωτικά, αλλά συνθετικά και δημιουργικά, «πολιτικά» υπό την πραγματική έννοια της λέξης.   

Και, μιας και μπήκε η νέα χρονιά, και όλοι μας, ρητώς ή μη, παίρνουμε τις αποφάσεις μας για τις επόμενες 365 ημέρες,  ο Γιάννης Στουρνάρας  - ο κύριος «δεν το λέω για να μην το γρουσουζέψω» (…) -  καλείται να αποδείξει σε όλους μας, και πρωτίστως στον εαυτό του, πως δεν είναι ένα απλό πρόθυμο πιόνι στην σκακιέρα των ισχυρών αυτού του κόσμου, αλλά ένας σοβαρός επιστήμων και  άνθρωπος που αισθάνθηκε την γοητεία της κεντρικής πολιτικής σκηνής' πως δεν είναι φασίστας – αλλά Δημοκράτης, με όλην τη δυσκολία που εμπεριέχει το δεύτερο.   



Καλή χρονιά σε όλους, με ελπίδα στις καρδιές  και καθαρό νου…  

Θα τα χρειασθούμε, αμφότερα.